| Τα μέρη του λόγου |
Το σύνολο των λέξεων της ελληνικής γλώσσας διαχωρίζεται τόσο από γραμματικής άποψης όσο και συντακτικής σε δέκα βασικές κατηγορίες οι οποίες και ονομάζονται μέρη του λόγου. Τα μέρη του λόγου είναι:
Τα Μέρη του λόγου διακρίνονται σε δύο βασικές κατηγορίες στα "κλιτά" μέρη του λόγου και στα "άκλιτα" μέρη του λόγου. Άκλιτα μέρη είναι τα τέσσερα τελευταία δηλαδή η πρόθεση, το επίρρημα, ο σύνδεσμος και το επιφώνημα. Λέγονται άκλιτα επειδή αυτά δεν κλίνονται, δηλαδή σε αντίθεση των έξι πρώτων, στο λόγο διατηρούν πάντα την ίδια μορφή, (π.χ. μπράβο!, εδώ, εκεί, κάτω, για, και, κ.λπ.).
To Άρθρο | Το Ουσιαστικό | Το Επίθετο | Η Αντωνυμία | Το Ρήμα | Η Μετοχή | Η Πρόθεση | Το Επίρρημα | Ο Σύνδεσμος | Το Επιφώνημα
Το ΆρθροΤο άρθρο διακρίνεται σε οριστικό και αόριστο άρθρο. Οριστικό άρθροΟριστικό άρθρο, (ο - η - το), χρησιμοποιείται σε αναφορά συγκεκριμένου προσώπου, ζώου, αντικειμένου ή έννοιας (π.χ. Ήρθε ο πατέρας μου, γέμισε από κόσμο η πλατεία). Αόριστο άρθροΤο αόριστο άρθρο (ένας - μία - ένα), χρησιμοποιείται σε αναφορά μη συγκεκριμένου προσώπου, ζώου, αντικειμένου ή έννοιας (π.χ. ένα ποτάμι ομορφαίνει την πόλη). Το αόριστο άρθρο σε αντίθεση με το οριστικό δεν έχει πληθυντικό, (π.χ. πουλάκια ακούγονταν να κελαηδούν, ή πέρασε βουνά και λαγκάδια). Όταν το αόριστο άρθρο χρησιμοποιείται με αριθμητική έμφαση τότε χαρακτηρίζεται αριθμητικό. (π.χ. ένας εργάτης έσκαψε όλο το χαντάκι, πήρε μία πορτοκαλάδα, βρήκε ένα μόνο εισιτήριο β΄ θέσης). Άλλες χρήσειςΥπάρχουν διάφορες φράσεις στην ελληνική γλώσσα, που υποδηλώνουν ότι η χρήση των άρθρων φανερώνει νοημοσύνη και πολιτισμό, όπως:
Το ΟυσιαστικόΟυσιαστικό είναι ένα από τα κλιτά μέρη του λόγου που φανερώνει πρόσωπο, ζώο, πράγμα, ενέργεια, κατάσταση, ιδιότητα, (π.χ. Γιώργος, ελάφι, σφυρί, γράψιμο, ηρεμία, ταχύτητα). Το ουσιαστικό είναι όνομα, (όπως είναι και το επίθετο). Διάκριση κατά έννοιαΤα ουσιαστικά διακρίνονται στις ακόλουθες βασικές κατηγορίες:
Διάκριση κατά γένοςΤα κύρια και τα κοινά (συγκεκριμένα και αφηρημένα) ουσιαστικά διακρίνονται σε τρία γένη: αρσενικά, θηλυκά, και ουδέτερα. Και στα τρία γένη τα ουσιαστικά χαρακτηρίζονται επιπλέον σε:
Το ΕπίθετοΕπίθετο είναι το μέρος του λόγου που δείχνει ένα χαρακτηριστικό, μια ιδιότητα ή μια ποιότητα στο ουσιαστικό της πρότασης (πχ το μεγαλο σπιτι, η σπασμένη πόρτα, ο όμορφος άνθρωπος). Το επίθετο σε ορισμένες περιπτώσεις χρησημοποιείται χωρίς το ουσιαστικό όταν αυτό εννοείται απο τους συμμετέχοντες π.χ. Τα μικρά (εννοείται παιδιά) χρειάζονται φροντίδα. Έχει τρία γένη, αρσενικό (πχ ο φανταστικός), θηλυκό (πχ η φανταστική) και ουδέτερο (πχ το φανταστικό) και δύο αριθμούς: ενικό και πληθυντικό Έχει επίσης βαθμούς, που χρησιμεύουν στη σύγκριση. Οι βαθμοί είναι ο θετικός (πχ φτωχός), ο συγκριτικός (πχ φτωχότερος, πιο φτωχός) και υπερθετικός (πχ φτωχότατος, ο πιο φτωχός) Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να κλίνεις ένα επίθετο:
Η ΑντωνυμίαΑντωνυμία είναι ένα από τα κλιτά μέρη του λόγου που χρησιμοποιείται για να δηλώνει ουσιαστικό ή επίθετο που παραλείπεται (π.χ αυτός, μου, εαυτός, ποιος, πάντες, έκαστος, άλλος, δικός, τούτος, εγώ). Οι αντωνυμίες χωρίζονται σε 9 υποκατηγορίες:
Το ΡήμαΡήμα είναι το μέρος του λόγου που δηλώνει ότι ένα πρόσωπο, ζώο ή πράγμα (το υποκείμενο) ενεργεί ή παθαίνει κάτι ή βρίσκεται σε μια κατάσταση. Σε κάθε πρόταση υπάρχει ρήμα. Χαρακτηριστικά του ρήματοςΤο ρήμα ως μέρος του λόγου στα ελληνικά έχει τα εξής χαρακτηριστικά:
Βοηθητικά ρήματαΣτην ελληνική γλώσσα βοηθητικά ρήματα είναι τα ρήματα είμαι και έχω όταν χρησιμοποιούνται για τον περιφραστικό σχηματισμό των χρόνων. Απολεξικοποιημένα ρήματαΠολλές φορές αντί του ρήματος που δηλώνει κάποια ενέργεια χρησιμοποιείται περιφραστικά το σύμπλεγμα ενός ρήματος και της ενέργειας. Αντί του απαντώ λέμε δίνω απάντηση. Τα ρήματα που χρησιμοποιούμε για τέτοιες περιφράσεις τα ονομάζουμε απολεξικοποιημένα ρήματα. Σε αυτές τις περιπτώσεις το απολεξικοποιημένο ρήμα λειτουργεί σαν βοηθητικό ρήμα και χρησιμεύει για να δείξει το χρόνο ή το πρόσωπο ή το είδος της ενέργειας, δηλαδή έχει γραμματική και όχι λεξική σημασία. Στις προτάσεις αυτές λέμε ότι το ουσιαστικό που χρησιμοποιείται υποστηρίζεται ρηματικά.
Η ΜετοχήΗ μετοχή είναι ένας ρηματικός τύπος που φανερώνει χρόνο και διάθεση, και μοιάζει με όνομα Επίθετο αφού έχει γένη και κλίνεται. Η μετοχή λοιπόν είναι κατά ένα μέρος ρήμα (χρόνος, διάθεση) και κατά ένα μέρος όνομα (γένος, κλίση), δηλαδή μετέχει και στα δύο είδη του λόγου. Η ενεργητική μετοχή φανερώνει τον τρόπο που εκδηλώνεται η ενέργεια του ρήματος, και είναι άκλιτη. Έχει κατάληξη -οντας (π.χ. τρέχοντας) ή -ώντας (π.χ. τραβώντας). Η παθητική μετοχή φανερώνει ότι η ενέργεια του ρήματος έχει επηρεάσει το υποκείμενο σε παρελθόντα χρόνο, και είναι κλιτή με τρία γένη και δύο αριθμούς. Έχει κατάληξη :
Ορισμένες μετοχές, με την συχνή χρήση, μετατρέπονται σε ουσιαστικά, π.χ. η Οικουμένη (ήταν αρχικά η Οικουμένη Γη).
Η ΠρόθεσηΠρόθεση είναι ένα άκλιτο μέρος του λόγου που μπαίνει εμπρός από τα ονόματα ή τα επιρρήματα για να φανερώσει μαζί τους τόπο, χρόνο, αιτία, τρόπο,προέλευση,ποσό κλπ. Οι προθέσεις είναι: με, σε (εις), εν, εκ (εξ), ανά, διά (για), κατά, παρά, αμφί, περί, από, υπό, υπέρ. Από τις προθέσεις κάποιες χρησιμεύουν και ως πρώτα συνθετικά σε σύνθετες λέξεις: (προς) πρόσθεση, (κατά) κατάθεση, (μετά) μετάθεση. Το μοναδικό ρήμα της ελληνικής γλώσσας που σχηματίζει σύνθετα με όλες τις προθέσεις είναι το ρήμα βάλλω.
Κατά την αγορά. Προς τον κήπο.
Το ΕπίρρημαΕπίρρημα είναι ένα άκλιτο μέρος του λόγου το οποίο προσδιορίζει ρήματα ή προτάσεις. Κάθε επίρρημα είναι ή ανήκει σε επιρρηματικό σύνολο, το οποίο αποτελείται από περισσότερα επιρρήματα. Σε κάθε γλώσσα συνήθως το επίρρημα δημιουργείται προσθέτοντας στο θέμα και μία κατάληξη, χαρακτηριστική της γλώσσας. Στα ελληνικά υπάρχει και άλλη μία κατηγορία επιρρημάτων, η οποία προήλθε από το σύστοιχο αντικείμενο. Η χαρακτηριστική κατάληξη των επιρρημάτων στα ελληνικά είναι η κατάληξη -ως, η χρήση της οποίας έχει πλέον περιοριστεί έναντι της κατάληξης σε -α. Η άλλη κατηγορία επιρρημάτων λήγει σε -α. Αρχικά, σε κάποιες προτάσεις υπήρχε το σύστοιχο αντικείμενο, το οποίο βρισκόταν στην αιτιατική πληθυντικού του ουδέτερου γένους. Αργότερα, το αντικείμενο χρησιμοποιήθηκε στον λόγο σαν επίρρημα και σταδιακά έγινε επίρρημα, καθώς αυτού του είδους τα επιρρήματα άρχισαν να χρησιμοποιούνται και σε μη σύστοιχα ρήματα. Τα επιρρήματα είναι: α) Τοπικά: (πού): εδώ, εκεί, μέσα, έξω, βόρεια, νότια. β) Χρονικά: (πότε): σήμερα, τώρα, πέρυσι, έπειτα, κάποτε,. γ) Τροπικά: (πώς): έτσι, μαζί, όπως, αλλιώς, ξαφνικά δ) Ποσοτικά: (πόσο): λίγο, πολύ, τόσο, κάμποσο, περισσότερο. ε) Βεβαιωτικά: ναι, μάλιστα, βέβαια, αλήθεια, σωστά. στ) Διστακτικά: ίσως, τάχα, δήθεν, πιθανόν, άραγε. ζ) Αρνητικά: όχι, δεν, μην. Επίρρημα είναι οι άκλιτες λεξεις που προσδιοριζουν κυριως τα ρηματα και φανερωνουν τοπο,χρονο,τροπο,ποσο κ.α λεγονται επιρρήματα.
Ο ΣύνδεσμοςΣύνδεσμος είναι το άκλιτο μέρος του λόγου που χρησιμοποιείται για να συνδέσει προτάσεις ή λέξεις της ίδιας πρότασης μεταξύ τους. Οι σύνδεσμοι διακρίνονται στις εξής κατηγορίες:
Το ΕπιφώνημαΕπιφωνήματα λέγονται οι φωνές οι λέξεις που φανερώνουν δυνατό συναίσθημα, όπως πόνο, λύπη, χαρά, έκπληξη, θαυμασμό, απορία κτλ. Στα επιφωνήματα συνήθως σημειώνεται θαυμαστικό, ερωτηματικό ή αποσιωπητικά.
Μερικά από τα επιφωνήματα δεν έχουμε από μόνα τους έννοια, αλλά την παίρνουν από το νόημα του λόγου και από τον τόνο και το χρωματισμό της φωνής.
Μπορούν να υπάρχουν και επιφωνηματικές εκφράσεις, που αποτελούνται από ουσιαστικά, επίθετα, ρήματα, επιρρήματα και φράσεις.
|
|